Άραγε υπάρχει κάτι εκεί έξω, που αξίζει να αγαπήσω ; Κάτι μικρό και όμορφο που θα χάριζε το φώς που έχασα ξανά στις φτωχές στιγμές μου, ψάχνω ακόμα να το βρω. Ψάχνω εκείνο το συναίσθημα, που έδιωχνε το φόβο και τη θλίψη μονομιάς. Τη ζεστασιά από μια ανάσα. Η αίσθηση που αφήνει η απώλεια είναι σαν φυλακή, κάθε χαμένος σύντροφος και φίλος, βολοδέρνει στο μυαλό σου, λες και όλοι οι δρόμοι τον οδήγησαν απόψε μέσα εκεί. Ο δεσμοφύλακας στις σκέψεις σου ξανά, είναι η ανάμνηση. Όμως για σκέψου, είναι η ανάγκη για ευτυχία, προδοσία ;
Θέλω να φύγω πριν προλάβω ν' αφεθώ μέσα σε αυτή τη φυλακή, θέλω να φύγω πριν τα λόγια και οι πράξεις, με πληγώσουν. Την ανακούφιση γυρεύω στη φυγή μου, μόνο αυτό. Μα ακόμα κι έτσι, δε θα πάψω ποτέ να γυρεύω τη μορφή σου. Στις σκέψεις μου, στα όνειρα μου, θα είσαι πάντα εκεί, γιατί κοντά μου δε σε θέλω. Η αποκοτιά μοναχά δε φτάνει για να ζήσω, χρειάζεται και κάτι άλλο. Χρειάζεται η αγάπη και μια μορφή, να με φυλάει. Χρειάζεται η ελευθερία και περίσσια αντοχή για να την προστατεύω. Σίγουρα αυτά δε θα τα ζήσουμε παρέα.
Αναζητώ τη σταθερά μου, κάτι απτό που θα κρατήσει, εδώ μαζί μου, ως το τέλος. Δε θέλω πια να δένομαι έτσι απλά με τους ανθρώπους. Οι περισσότεροι έρχονται και φεύγουν γρήγορα, μα η πικρία μένει. Σαν θημωνιά που κατακρημνίστηκε στο χρόνο, μοιάζει να 'ναι η σιγουριά μου, κάθε φορά που χάνεται ένας άνθρωπος που τον θεωρούσα δεδομένο. Όλα αλλάζουν, οι σχέσεις, οι ανάγκες, οι αφορμές , μα εγώ ζητώ αυτό που δεν τελειώνει, κι ας ξέρω πως το συγκεκριμένο, είναι τελείως αδύνατο να βρεθεί, αφού σε αυτόν τον κόσμο, ίσως και να μην υπάρχει.
Κουράστηκα να περιμένω, βαρέθηκα τα παρακάλια. Η ζωή είναι δικιά μου κι εγώ δεν είμαι κανενός, ψάχνω συνοδοιπόρο στο ταξίδι μου, δε χρειάζομαι μια αγκαλιά που γίνεται θηλιά, σε κάθε βήμα. Μακάρι να βρω τον άνθρωπο μου. Όσοι περάσανε από δίπλα μου κι αξίζανε, συνήθως δεν κατάφερναν ποτέ να με κάνουν, να τους προσέξω. Πάντα κολλούσα στο άπιαστο, σε αυτό που νόμιζα πως είναι το γραφτό μου. Μα φταίω εγώ και μόνο, κι όχι το ριζικό μου, που πιάνομαι μαλάκας. Φταίει που υποκρίνομαι για να πλησιάσω το άπιαστο, φταίει που δίνω χρόνο σε κάθε βρόμικη ψυχή, φταίει που γίνομαι ίδιος, σαν τα μούτρα τους, όταν ζητιανεύω από το χρόνο τους, φταίει που τους αφήνω να γαμάνε, έτσι για πλάκα, τη ζωή μου. Είναι δικιά μου η ευθύνη.
Ελπίζω να καταφέρω, να κρατήσω δίπλα μου, όλους εκείνους που αγαπώ. Ευτυχώς πια, κάπως τολμάω και ξεστομίζω αυτές τις λέξεις. Σ' αγαπώ ! Κι αν μπορέσω να κρατηθώ από αυτά που νιώθω, τότε ίσως βρω κι αυτό που ψάχνω τελικά. Δε θα προδώσω, αν προχωρήσω. Σέβομαι το παρελθόν, μα πρέπει να ζήσω και το σήμερα, έχω τα μάτια μου ανοιχτά. Αναζητώντας λοιπόν τη σταθερά μου, συνεχίζω. Σε περιμένω να φανείς, για να μπορέσω να αφεθώ σε κάτι όμορφο κι ατόφιο, σε ένα συναίσθημα, σε μια καινούργια αρχή. Ξέρω πως όλα μοιάζουν ψεύτικα, λόγια και συναισθήματα, μα εγώ προσμένω αυτό λείπει, να με σώσει. Σε περιμένω, να σε σώσω ...
Φωτόπουλος Σπύρος (21/7/2013)
Αποχωρισμός
Κυριακή 21 Ιουλίου 2013
Σάββατο 13 Ιουλίου 2013
Παράτολμο ταξίδι
Όλοι κρύβουμε μέσα μας κάτι, ένα μικρό μυστικό, που αρκετές φορές μπορεί και καθορίζει ολόκληρη τη ζωή μας. Το δικό μου μυστικό έγινε φυλακτό στα δύσκολα, μα αυτό ήταν που με πότισε με πόνο, θλίψη, οργή και απόγνωση, εκείνες τις μέρες που ο χρόνος σταματούσε λίγο πριν χαράξει η επόμενη μου μέρα. Έτσι είναι η αγάπη, ποτέ δεν ξέρεις που θα σε οδηγήσει. Μα ακόμα κι αν παρασύρθηκα, εγώ ποτέ δεν έπαψα να ελπίζω βαθιά μέσα μου, πως κάπου θα με βγάλει ο οδηγός μου, σε αυτό το παράτολμο ταξίδι.
Κάθε φορά που δένεσαι με έναν άνθρωπο, όλα ίσως μοιάζουν και σε σένα μαγικά, αφού μοιράζεσαι μαζί του τις στιγμές σου. Μπορεί όμως μόνο η αγάπη που νοιώθεις να σε οδηγήσει σε έναν κοινό, με εκείνον, προορισμό ; Στην εποχή του τίποτα, αυτό στους περισσότερους φαντάζει αδιανόητο, κι ας ελπίζουν μέσα τους. Ψυχές χαμένες, γεμάτες με εμμονές, αναλώνονται κι εκθειάζουν το μάταιο, αφήνοντας στην άκρη όλα τα όμορφα που βρίσκονται στο άμεσο περιβάλλον τους. Σιωπούν γοερά για αυτά που έχασαν και δε χαίρονται για όλα εκείνα τα καινούργια που ανταμώνουν. Και εγώ μάλλον σε αυτήν την κάστα ανθρώπων ανήκω. Ζω για αρκετό καιρό με την ανάμνηση, κι ας ξέρω πως είμαι πολύ μικρός για να νοσταλγώ αυτό που έχασα ή αυτό που δεν απέκτησα ποτέ μου.
Η φυγή για κάποιους είναι μια λύση, μα αν δεν ξεφύγεις απ' τους φόβους σου, όπου κι αν πας θα σέρνεις μαζί σου τον μεγαλύτερο εχθρό σου, τον ξεπεσμένο σου εαυτό. Τι κι αν κυλάει ο χρόνος ; Εσύ θα μένεις στάσιμος και αδύναμος, για να σταθείς στα πόδια σου, παραδομένος σε στιγμές και λόγια που άφησες πίσω σου. Μα εγώ θέλω και τώρα να χαθώ. Θέλω να βρεθώ ως δια μαγείας κάπου ήσυχα, σε έναν δικό μου κόσμο, όπου αυτά που αισθάνομαι δε θα χαραμίζονται ποτέ και για κανέναν.
Πόσους ανθρώπους συναντάμε άραγε σε αυτό μας το ταξίδι ; Σε πόσους δίνουμε χαρά και πόσους κάνουμε δυστυχισμένους ; Το σωστότερο είναι να πούμε πως ο καθένας μας ευθύνεται για το αν θα είναι χαρούμενος ή δυστυχισμένος. Μα αν τσιγκλάς τον άλλον με τις εμμονές σου, τότε σίγουρα θα του αφήσεις και κουσούρι. Όπως μπορεί να πληγώθηκες από κάποιον, έτσι κι εσύ μπορεί να πλήγωσες κάποιον με την ίδια ευκολία. Γι' αυτό μη βγάζεις την ουρίτσα σου απέξω. Οι σχέσεις φθείρονται και οι ευθύνες καλό θα είναι να μοιράζονται, όλοι μας έχουμε φταίξει κάπου. Άλλος λιγότερο κι άλλος περισσότερο.
Τα συναισθήματα είναι οι οδηγοί μας. Οι σχέσεις με τους ανθρώπους που συναντάμε είναι οι ευκαιρίες που μας δίνονται για να βρεθούμε μια ώρα αρχύτερα στον προορισμό μας, κάποιες φορές όμως κάποιος από αυτούς τους περιπλανώμενους μπορεί να είναι και ο ίδιος μας ο προορισμός, η Ιθάκη μας. Εγώ είχα πιστέψει ότι την βρήκα κάπου ανάμεσα στο πλήθος, θυμάμαι τα μάτια της και συνεχίζω. Δεν ξέρω που θα με βγάλουν οι στιγμές μου, το μόνο που ξέρω είναι ότι θέλω να βρίσκω το κουράγιο κάθε φορά που πέφτω να σηκώνομαι και να συνεχίζω με πείσμα κι αντοχή, μέσα στη βουή των στοιχειωμένων, το παράτολμό ταξίδι μου.
Φωτόπουλος Σπύρος (10/7/2013)
Κάθε φορά που δένεσαι με έναν άνθρωπο, όλα ίσως μοιάζουν και σε σένα μαγικά, αφού μοιράζεσαι μαζί του τις στιγμές σου. Μπορεί όμως μόνο η αγάπη που νοιώθεις να σε οδηγήσει σε έναν κοινό, με εκείνον, προορισμό ; Στην εποχή του τίποτα, αυτό στους περισσότερους φαντάζει αδιανόητο, κι ας ελπίζουν μέσα τους. Ψυχές χαμένες, γεμάτες με εμμονές, αναλώνονται κι εκθειάζουν το μάταιο, αφήνοντας στην άκρη όλα τα όμορφα που βρίσκονται στο άμεσο περιβάλλον τους. Σιωπούν γοερά για αυτά που έχασαν και δε χαίρονται για όλα εκείνα τα καινούργια που ανταμώνουν. Και εγώ μάλλον σε αυτήν την κάστα ανθρώπων ανήκω. Ζω για αρκετό καιρό με την ανάμνηση, κι ας ξέρω πως είμαι πολύ μικρός για να νοσταλγώ αυτό που έχασα ή αυτό που δεν απέκτησα ποτέ μου.
Η φυγή για κάποιους είναι μια λύση, μα αν δεν ξεφύγεις απ' τους φόβους σου, όπου κι αν πας θα σέρνεις μαζί σου τον μεγαλύτερο εχθρό σου, τον ξεπεσμένο σου εαυτό. Τι κι αν κυλάει ο χρόνος ; Εσύ θα μένεις στάσιμος και αδύναμος, για να σταθείς στα πόδια σου, παραδομένος σε στιγμές και λόγια που άφησες πίσω σου. Μα εγώ θέλω και τώρα να χαθώ. Θέλω να βρεθώ ως δια μαγείας κάπου ήσυχα, σε έναν δικό μου κόσμο, όπου αυτά που αισθάνομαι δε θα χαραμίζονται ποτέ και για κανέναν.
Πόσους ανθρώπους συναντάμε άραγε σε αυτό μας το ταξίδι ; Σε πόσους δίνουμε χαρά και πόσους κάνουμε δυστυχισμένους ; Το σωστότερο είναι να πούμε πως ο καθένας μας ευθύνεται για το αν θα είναι χαρούμενος ή δυστυχισμένος. Μα αν τσιγκλάς τον άλλον με τις εμμονές σου, τότε σίγουρα θα του αφήσεις και κουσούρι. Όπως μπορεί να πληγώθηκες από κάποιον, έτσι κι εσύ μπορεί να πλήγωσες κάποιον με την ίδια ευκολία. Γι' αυτό μη βγάζεις την ουρίτσα σου απέξω. Οι σχέσεις φθείρονται και οι ευθύνες καλό θα είναι να μοιράζονται, όλοι μας έχουμε φταίξει κάπου. Άλλος λιγότερο κι άλλος περισσότερο.
Τα συναισθήματα είναι οι οδηγοί μας. Οι σχέσεις με τους ανθρώπους που συναντάμε είναι οι ευκαιρίες που μας δίνονται για να βρεθούμε μια ώρα αρχύτερα στον προορισμό μας, κάποιες φορές όμως κάποιος από αυτούς τους περιπλανώμενους μπορεί να είναι και ο ίδιος μας ο προορισμός, η Ιθάκη μας. Εγώ είχα πιστέψει ότι την βρήκα κάπου ανάμεσα στο πλήθος, θυμάμαι τα μάτια της και συνεχίζω. Δεν ξέρω που θα με βγάλουν οι στιγμές μου, το μόνο που ξέρω είναι ότι θέλω να βρίσκω το κουράγιο κάθε φορά που πέφτω να σηκώνομαι και να συνεχίζω με πείσμα κι αντοχή, μέσα στη βουή των στοιχειωμένων, το παράτολμό ταξίδι μου.
Φωτόπουλος Σπύρος (10/7/2013)
Σάββατο 3 Νοεμβρίου 2012
Νέα αρχή !
Μία ολόκληρη ζωή αναζητάμε την ευτυχία κοντά σε διαφορετικούς ανθρώπους, για να αλλάξουμε τον κόσμος μας. Ψάχνουμε το φως εκείνο που πηγάζει από τον φανοστάτη της ψυχής μας, μήπως και φωτιστεί ο δρόμος μας. Όλοι μας θέλουμε να συνεχίσουμε, να πάμε παραπέρα. Κι όμως ενώ γυρεύουμε τη δύναμη που κρύβουμε βαθιά μέσα μας, για να μπορέσουμε να προχωρήσουμε, στο τέλος καταλήγουμε να ακολουθούμε κάτι που απλώς λάμπει. Έναν άνθρωπο, μια εικόνα ή έναν ψεύτικο θεό. Ξέρω πως τρομάζεις, μα είναι μόνο κάποιες από τις σκέψεις μου. Όπως και εσύ, έτσι και εγώ έχω το δικαίωμα να σκέφτομαι ότι θέλω, όπου θέλω κι όταν θέλω.
Είναι πανέμορφο να μοιράζεσαι τις στιγμές σου με ανθρώπους που αγαπάς. Όμως τι γίνεται όταν δεν υπάρχει κάποιος να αγαπήσεις ; Τότε επικοινωνείς μηχανικά με όποιον συναντάς, τυχαία τις περισσότερες φορές, και απλά προσμένεις να συμβεί κάτι το ανέλπιστο. Έχει κι αυτό την ομορφιά του, μα σίγουρα κάτι λείπει. Κάτι μου λείπει ...
Πίσω απ’ το επιφανειακό προσωπείο που διατηρείς, για να είσαι αρεστός και ταιριαστός μέσα στο πλήθος, δες καλά! - γιατί μπορεί να κρύβεις μια ομορφιά, κάτι που ψάχνει κάποιος άλλος. Κάποιες φορές το βλέμμα σου θα σε προδώσει, και τότε ίσως φανεί για λίγο ο πραγματικός σου εαυτός. Ακόμα κι αν φοβάσαι αξίζει να του δώσεις ευκαιρίες. Έστω κι ένας να σε νιώσει πραγματικά, όλα σου τα βάρη θα ξεθυμάνουν. Δεν είσαι εσύ ο φευγάτος της παρέας, κι ας βρίσκεσαι στο περιθώριο, γιατί αισθάνεσαι, φοβάσαι και αγαπάς. Υπάρχει όντως το ενδεχόμενο να μη σε καταλαβαίνουν τόσοι, όσοι θα περίμενες, μα εδώ δεν μπορούμε να καταλάβουμε τους ίδιους μας τους εαυτούς. Κάνε την προσπάθεια σου, κι ότι μπορείς διόρθωσε το.
Νομίζω ότι δεν υπάρχει πρόβλημα πάντως να αρχίσουμε να πιστεύουμε, παρέα όλοι μαζί, λιγάκι και στην γκαντεμιά. Τα περιέγραψα όλα όμορφα παραπάνω, μα εδώ σκαλώνω σαν παιδάκι. Συνήθως ζούμε για χρόνια μαζί με κάποιους ανθρώπους, οικογένεια, φίλους ή γνωστούς, μα τους περισσότερους από αυτούς στην τελική δεν τους γνωρίζουμε. Δεν ξέρουμε τι αισθάνονται, πως νιώθουν. Αραιά και που εμφανίζονται κάποιοι άλλοι, κάποιοι που μας γνωρίζουν από την πρώτη ματιά που ανταλλάξαμε, αυτοί που ξέρουμε τι νιώθουν από το πρώτο δευτερόλεπτο. Σε αυτούς ανοιγόμαστε, σε αυτούς αφηνόμαστε, και αυτούς χάνουμε μια ώρα αρχύτερα. Περνάνε για λίγο από τις ζωές μας και τις ομορφαίνουν - περνάμε για λίγο από τις ζωές τους και τις ομορφαίνουμε.
Το έχουμε συνήθεια να σκεφτόμαστε πάντα τα παλιά, ακόμα κι όταν είναι περασμένα - ξεχασμένα. Δε γίνεται να διαγράψουμε οριστικά το παρελθόν μας, εξάλλου κάτι τέτοιο δε θα μας πρόσφερε απαραίτητα και την αισιοδοξία που ζητάμε. Αυτό που μπορούμε να κάνουμε, είναι να εξασφαλίσουμε το καλύτερο για το παρόν μας, να κάνουμε τα αισθήματα μας δυνατότερα και να αναπτύξουμε αληθινές σχέσεις. Όσο κι αν πονάμε, όσο κι αν πληγωνόμαστε πάντα θα υπάρχει κάτι που να αξίζει, κάτι ισχυρό για να πιαστούμε, αρκεί όμως πρώτα να το βρούμε. Κάνε μια νέα αρχή λοιπόν, αξιοποιώντας όλα εκείνα που τόσο καιρό κρατούσες παροπλισμένα στις γωνιές του εαυτού σου. Ψάξε να βρεις τα στηρίγματα σου. Και που ξέρεις ίσως ανταμώσουμε, κάποια μέρα, σε έναν κοινό τόπο. Μαζί με τις προσπάθειες που θα κάνουμε για να ζήσουμε.
Φωτόπουλος Σπύρος (2/11/2012)
Είναι πανέμορφο να μοιράζεσαι τις στιγμές σου με ανθρώπους που αγαπάς. Όμως τι γίνεται όταν δεν υπάρχει κάποιος να αγαπήσεις ; Τότε επικοινωνείς μηχανικά με όποιον συναντάς, τυχαία τις περισσότερες φορές, και απλά προσμένεις να συμβεί κάτι το ανέλπιστο. Έχει κι αυτό την ομορφιά του, μα σίγουρα κάτι λείπει. Κάτι μου λείπει ...
Πίσω απ’ το επιφανειακό προσωπείο που διατηρείς, για να είσαι αρεστός και ταιριαστός μέσα στο πλήθος, δες καλά! - γιατί μπορεί να κρύβεις μια ομορφιά, κάτι που ψάχνει κάποιος άλλος. Κάποιες φορές το βλέμμα σου θα σε προδώσει, και τότε ίσως φανεί για λίγο ο πραγματικός σου εαυτός. Ακόμα κι αν φοβάσαι αξίζει να του δώσεις ευκαιρίες. Έστω κι ένας να σε νιώσει πραγματικά, όλα σου τα βάρη θα ξεθυμάνουν. Δεν είσαι εσύ ο φευγάτος της παρέας, κι ας βρίσκεσαι στο περιθώριο, γιατί αισθάνεσαι, φοβάσαι και αγαπάς. Υπάρχει όντως το ενδεχόμενο να μη σε καταλαβαίνουν τόσοι, όσοι θα περίμενες, μα εδώ δεν μπορούμε να καταλάβουμε τους ίδιους μας τους εαυτούς. Κάνε την προσπάθεια σου, κι ότι μπορείς διόρθωσε το.
Νομίζω ότι δεν υπάρχει πρόβλημα πάντως να αρχίσουμε να πιστεύουμε, παρέα όλοι μαζί, λιγάκι και στην γκαντεμιά. Τα περιέγραψα όλα όμορφα παραπάνω, μα εδώ σκαλώνω σαν παιδάκι. Συνήθως ζούμε για χρόνια μαζί με κάποιους ανθρώπους, οικογένεια, φίλους ή γνωστούς, μα τους περισσότερους από αυτούς στην τελική δεν τους γνωρίζουμε. Δεν ξέρουμε τι αισθάνονται, πως νιώθουν. Αραιά και που εμφανίζονται κάποιοι άλλοι, κάποιοι που μας γνωρίζουν από την πρώτη ματιά που ανταλλάξαμε, αυτοί που ξέρουμε τι νιώθουν από το πρώτο δευτερόλεπτο. Σε αυτούς ανοιγόμαστε, σε αυτούς αφηνόμαστε, και αυτούς χάνουμε μια ώρα αρχύτερα. Περνάνε για λίγο από τις ζωές μας και τις ομορφαίνουν - περνάμε για λίγο από τις ζωές τους και τις ομορφαίνουμε.
Το έχουμε συνήθεια να σκεφτόμαστε πάντα τα παλιά, ακόμα κι όταν είναι περασμένα - ξεχασμένα. Δε γίνεται να διαγράψουμε οριστικά το παρελθόν μας, εξάλλου κάτι τέτοιο δε θα μας πρόσφερε απαραίτητα και την αισιοδοξία που ζητάμε. Αυτό που μπορούμε να κάνουμε, είναι να εξασφαλίσουμε το καλύτερο για το παρόν μας, να κάνουμε τα αισθήματα μας δυνατότερα και να αναπτύξουμε αληθινές σχέσεις. Όσο κι αν πονάμε, όσο κι αν πληγωνόμαστε πάντα θα υπάρχει κάτι που να αξίζει, κάτι ισχυρό για να πιαστούμε, αρκεί όμως πρώτα να το βρούμε. Κάνε μια νέα αρχή λοιπόν, αξιοποιώντας όλα εκείνα που τόσο καιρό κρατούσες παροπλισμένα στις γωνιές του εαυτού σου. Ψάξε να βρεις τα στηρίγματα σου. Και που ξέρεις ίσως ανταμώσουμε, κάποια μέρα, σε έναν κοινό τόπο. Μαζί με τις προσπάθειες που θα κάνουμε για να ζήσουμε.
Φωτόπουλος Σπύρος (2/11/2012)
Παρασκευή 7 Σεπτεμβρίου 2012
Το χάρτινο καράβι της σιωπής ...
Το καλοκαίρι πέρασε για άλλη μια φορά και κάθε κατεργάρης στον πάγκο (εργασίας) του, που λέει και ένα τραγούδι. Κάθε καλοκαιρινό συναίσθημα πολλοί θα βιαστούν σίγουρα να το αφήσουν στην άκρη για να επιστρέψουν δυναμικά στο πόστο τους και στην ανιαρή ζωή τους. Καλά και εγώ περιχαρακώνομαι στον εαυτό μου ετούτες τις μέρες όπως και να ‘χει, είναι σαν ηδονή και βίτσιο η εθελοδουλία. Τρομώδες παραλήρημα η επιστροφή. Μα τι λέω τώρα ; Πόσοι ήταν αυτοί που τελικά κατάφεραν φέτος, να βγουν από το κλεινόν άστυ;
Οι πιθανοί προορισμοί, εκατοντάδες. Μα οι τσέπες των περισσοτέρων, μάλλον ήταν άδειες. Το ξέρω, σκαλίζω θέματα που πονάνε κι όχι τίποτα άλλο, οι πιο πολλοί από εσάς σίγουρα θα κάνατε τη φορολογική σας δήλωση ηλεκτρονικά και θα λάβατε μία ώρα αρχύτερα τα χαρμόσυνα μαντάτα. Μην παραπονιέστε όμως, έπρεπε ήδη να ξέρετε πως εδώ και καιρό δε σας ανήκει τίποτα. Σας πουλάνε και σας αγοράζουνε για πλάκα. Πάλι καλά που δεν αποφασίστηκε και επίταξη στα υποθηκευμένα σπίτια σας για να τα νοικιάσουν κι αυτά, σαν επιπλωμένα σε τουρίστες. Από αυτούς να μαζεύουν τα νοίκια, για τα σπίτια σας, με τα stereo και τα home cinema. Και από εσάς να μαζεύουν τα νοίκια, για τις ομπρέλες και τις ξαπλώστρες που χρησιμοποιήσατε στις πόλεις και στα χωριά μας ...
Αυτό που μου έμεινε εμένα σαν ανάμνηση από το φετινό θέρος, είναι το παιχνίδι ενός μικρού παιδιού στη θάλασσα με ένα χάρτινο καραβάκι. Όσο το κρατούσε έξω στην άμμο εκείνο έμοιαζε, με τις ζωγραφιές που κουβαλούσε, άξιο να ταξιδέψει σε ολόκληρο τον κόσμο. Στην αρχή αυτό πρέπει να πίστευε και ο μικρός, αλλά σίγουρα αργότερα κατάλαβε πως δε θα συνέβαινε κάτι τέτοιο. Όταν το βούτηξε μέσα στο νερό το καράβι άρχισε να επιπλέει, μα σχεδόν αμέσως με ένα μικρό κύμα, αναποδογύρισε απότομα. Ευτυχώς ο μικρός το βρήκε σαν παιχνίδι και γελούσε με την ψυχή του όλη την ώρα, και μαζί με αυτόν γελούσαν κι όσοι βρίσκονταν κοντά του.
Το ερώτημα είναι, ποιός θα ανέβαινε πάνω σε ένα καράβι που επρόκειτο να βουλιάξει; Μάλλον κανένας, θα απαντούσαν οι περισσότεροι. Κι όμως στην ατραπό της ζωής συχνά αρμενίζουμε νοερά, πάνω σε ένα χάρτινο καράβι. Δεν αναφέρομαι σε καμία περίπτωση στον τόπο μας και στο μέλλον του, σε αυτήν την περίπτωση δε φταίει το καράβι αλλά οι καπεταναίοι με τις κίβδηλες ιδέες και υποσχέσεις τους. Το χάρτινο καράβι του καθενός είναι οι επιλογές, ίσως και οι υποχωρήσεις που κάνει, στηρίζοντας πάνω σε αυτές το υπόλοιπο της ζωής του. Γραπωνόμαστε στο εύκολο, φτιάχνουμε μια εικόνα για τον εαυτό μας και πορευόμαστε με σιωπή. Ναι σιωπή! Αφού τα όνειρα, οι ελπίδες και αυτά που θέλουμε πραγματικά παραμένουν βωβά σαν τις γειτονιές, που εγώ ακόμα αναζητώ την ανεμελιά τους.
Μας θέλουν κοιμισμένους, φοβισμένους και θλιμμένους. Δε βλέπεις και τίποτα άλλο όλη μέρα, μονάχα ανθρώπους σκυθρωπούς με κατεβασμένα τα κεφάλια. Κι όσοι φωνάζουν, σε όποια μεριά κι αν βρίσκονται, ξεπροβάλουν συνήθως μέσα από ένα χειμαδιό. Σίγουρα όμως παίρνουμε αυτό που μας αξίζει γιατί τους κάνουμε το χατίρι, γιατί αφήνουμε στην άκρη αυτά που αγαπάμε, πουλώντας κάθε μέρα την αξιοπρέπεια μας όσο - όσο.
Επιστροφή λοιπόν στην καθημερινότητά μας, στην εργασία μας, στα μαθήματά μας, στην κίνηση, στο πρωινό στρίμωγμα στα λεωφορεία, στην ιώβεια υπομονή μας και στο αγαπημένο - ακατάλληλο οξυγόνο μας. Άραγε με τόσα πολλά πως κάποιος να μη νιώθει πλέριος, εξάλλου στην πόλη μπορεί και βρίσκει αυτά που θέλει μέρα και νύχτα. Προσοχή όμως γιατί καραδοκούν και κίνδυνοι. Να έχεις στο νου σου ότι στα ρηχά το καράβι σου μπορεί και αντέχει, μα στα βαθιά, λυπάμαι ... ξέχνα το !
Φωτόπουλος Σπύρος (4/9/2012)
Αναρτήθηκε στο saktsak.blogspot.com
Η ανεμελιά της γειτονιάς ...
Άτιμη κοινωνία που άλλους τους ανεβάζεις κι άλλους τους κατεβάζεις, αγαπημένη φράση του Έλληνα Κακομήρογλου, στους χαλεπούς αυτούς καιρούς. Από το 1967 που η ατυχήσασα Δέσποινα (Μήτση Κωνσταντάρα) το ξεστόμισε στο «Ο στρίγκλος που έγινε αρνάκι», φαίνεται πως τελικά μας κατατρέχει η τύχη και η ανέχεια, για αυτό το λέμε και το ξαναλέμε.
Κάθε πέρσι και καλύτερα, στην κυριολεξία, αφού όσο πάει μας ξεβρακώνει πιο γοργά και σταθερά η κρατική παλίρροια. Η άμπωτη παίρνει μαζί της τα τελευταία μας πανωφόρια και η πλημμυρίδα δε φέρνει πίσω ούτε τρύπια φανέλα. Κλάψε όμως λίγο, ίσως σου αξίζει.
Παρέα με τiς πολιτικές εξελίξεις των τελευταίων χρόνων, που και εγώ ο καψερός μαθαίνω για δαύτες που και πού, ψάχνοντας στο Google και στο Wikipedia, άλλαξαν και οι συνήθειες των ανθρώπων σε αυτόν τον τόπο. Εμείς, η γενιά των (δεν ξέρω πόσο) ευρώ, βιαζόμαστε τελικά να γεράσουμε, υιοθετώντας τον τρόπο των μεγαλυτέρων, που δε λένε να ξεκολλήσουν.
Κι όμως παλιά ζούσαν μάλλον διαφορετικά. Έχω ακούσει ιστορίες για ζωντανές γειτονιές ...
Ο έλληνας στα πολιτικά και στα ποδοσφαιρικά ξεφεύγει εδώ και χρόνια, όμως τώρα έχει χάσει τον έλεγχο και στον τρόπο με τον οποίο ζει. Χορτάσαμε κλεισούρα κι απομόνωση. Που είναι η ζωή στους δρόμους, οι χαρούμενοι άνθρωποι, οι όμορφες συνήθειες και η παλιά ανεμελιά της γειτονιάς ; Ζούμε μέσα σε μία πόλη, τόσοι πολλοί και τόσο κοντά, μα απέχουμε παρασάγγας. Συχνά αναρωτιέμαι, γιατί προτιμάμε το σπίτι μας περισσότερο απ’ τις πλατείες, κι ας είναι τσιμεντένιες. Ένας υπέροχος καναπές, το air condition που αγοράσαμε χαρούμενοι μόνο με 50 δόσεις και οι πολλές οθόνες, αυτό μας έμεινε. – “Όλοι M(ou)ga ...” όταν έχει Πρετεντέι-ντέι και Τρέμ(ε), στο δελτίο !
Δεν ήταν έτσι ο κόσμος παλιά. Φρόντιζαν ακόμα και στα δύσκολα να μην ξεχνάνε τη ζήση τους. Αν αναζητήσεις εικόνες σε παλιές φωτογραφίες, θα διαπιστώσεις πως ακόμα και στα παραπήγματα υπάρχουν χαμογελαστές φιγούρες. Δεν τα παράταγαν εύκολα, ο αγώνας τους για επιβίωση ήταν το τοπάζι στις καρδιές τους, κι ας αποδεικνύονταν αρκετές φορές φρούδες οι ελπίδες. Τότε ξέπλεναν τον πόνο τους με καλό κρασί και κάποια τραγούδια, που ίσως στους περισσότερους μοιάζουν τώρα παρωχημένα, κι ας είναι πιο επίκαιρα από ποτέ. «Χίλιες φορές καλύτερα στη φτώχεια μου να ζήσω, παρά το αίμα τ’ αλλουνού να πιω και να πλουτίσω.» (Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου, Πρώτη εκτέλεση Στέλιος Καζαντζίδης).
Βυθισμένοι στη λήθη, ακολουθούμε το σύνδρομο της εποχής μας, περνώντας τις στιγμές μας με φειδώ και σύνεση. Μήπως τελικά αυτό πρέπει να αλλάξει ;
Δε χρειάζονται ψιλά στην τσέπη για να βγεις έξω και να κάνεις μια βόλτα, όλοι οι δρόμοι μπορούν να γίνουν δικοί σου. Οι μικρές αυλές που έχουν απομείνει ίσως σου δώσουν μια ανάσα. Η καλή παρέα, οι συζητήσεις, οι διαφωνίες, κάθε κουβέντα με έναν γείτονα, ίσως σε απομακρύνουν απ’ το αδιέξοδο. Αναμοχλεύοντας το παρελθόν σου θα βρεις σίγουρα τέτοιες στιγμές, που έχεις ξεχάσει. Κάντο στην πράξη, δε θα είναι φυγή από τα προβλήματα σου, αυτά πάντα θα υπάρχουν και σίγουρα θα πρέπει να ψάχνεις τη λύση, μα θα είναι κάτι όμορφο που θα σου δίνει κουράγιο, εκεί στην ανεμελιά της γειτονιάς σου.
Φωτόπουλος Σπύρος (15/7/2012)
Αναρτήθηκε στο saktsak.blogspot.com
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)




